Πέμπτη, 26 Ιανουαρίου 2017

Ex nihilo nihil (= εκ του μηδενός μηδέν)

Ανοικτή επιστολή

Ex nihilo nihil 
(= εκ του μηδενός μηδέν)

  • Είμαι εγώ … κι εγώ είμαι εσύ … χαμένος μέσα στο χρόνο μιας ατέρμονης λύπης για έναν κόσμο καρφωμένο πάνω σ’ ένα σταυρό με ολόχρυσα καρφιά και διαμαντένιο τελείωμα.
  • Είμαι εγώ … κι εγώ είμαι εσύ … μέσα σε μια θάλασσα ανάκτησης των δικών μας κατά κυριολεξία ανθρώπων που έκρυψαν στην ψυχή τους (προς όφελος και χάριν ημών, χρόνια τώρα) τον πόνο, την ελπίδα, τη ζωή, το θάνατο μα και την αθανασία των ιδεών, των αξιών, των οραμάτων.
  • Είμαι εγώ … κι εγώ είμαι εσύ … ανάμεσα στα βλέμματα των ανθρώπων ως άνθρωπος εξ ανθρώπων ορμώμενος, μεταδίδοντας το άγιον φως του Προμυθέως, ως φως εκ του φωτός, ως σάρκα εκ της σαρκός ενός Θεού των πάντων – ολίγων, επιφανών και αφανών της οικουμένης, ελεήμονα, άναρχον, αυτόνομον και «αδίκως» δίκαιον.
  • Είμαι εγώ … κι εγώ είμαι εσύ …ως μέτρον ενός άμετρου και επαχθούς χρέους έναντι ημών των αφελών που «εδιδάχθησαν» να βλέπουν ανεπαρκώς με τα μάτια της ψυχής ακόμη και τους κατ’ επάγγελμα καταπατούντες τον όρκον τους.
  • Είμαι εγώ … κι εγώ είμαι εσύ …ως αίτιον και αιτιατόν, ως ερώτημα και απάντηση, ως θέση και αντίθεση, ως φως και σκοτάδι ενός σύμπαντος που συνωμοτεί αργά αλλά σταθερά ανά τους αιώνες προς αναζήτησην της αμφισβητούμενης κατά συγκυρία και κατά συνθήκη «αληθείας».
  • Είμαι εγώ … κι εγώ είμαι εσύ … κατ’ εικόναν ενός κόσμου που αδυνατεί να κατανοήσει την αιχμαλωσία ως ελευθερία, που αδυνατεί να δεχθεί την ελευθερία ως αποτέλεσμα συνθηκών υπογεγραμμένων εις το όνομα μιας κατηργημένης (εις την πράξην) Δημοκρατίας. Ενός κόσμου που αδυνατεί να κατανοήσει το «εφικτόν» του ανέφικτου ολέθρου, το απάνθρωπον ως ανθρωπίνως «ωραίον», το προσδιοριζόμενον (εκ της ανάγκης της ψυχής και της φύσεως) ηθικόν πλεονέκτημα που αρνείται πεισματικά την πάσης φύσεως εξουσίαν, ακόμη και εκείνης που εκπορεύεται (εκπορνεύεται) από «καλάς» προθέσεις, που όλως τυχαίως καταλήγουν αδόξως σε προσθέσεις των αυτοκαταργούμενων προσδοκιών.
  • Είμαι εγώ … κι εγώ είμαι εσύ … ως απομεινάρι μιας χαμένης ευκαιρίας, μιας εκστρατείας στα βάθη τής άγονης γραμμής των οριζόντων, ανάμεσα σε λάβαρα, λόγχες, χάρτες και σχέδια πάνω σε πάπυρους αιώνων γραμμένα με το αίμα των ταπεινών και καταφρονεμένων, αφανών της ιστορίας.
  • Είμαι εγώ … κι εγώ είμαι εσύ … ως η φωνή μιας εκκωφαντικής σιωπής που λησμονήθηκε σε κάποια παράλια ανάμεσα σε φλόγες, πτώματα και σχεδίες όπου πάνω τους ταξίδεψε η ιστορία αιώνων.
  • Είμαι εγώ … κι εγώ είμαι εσύ … σ’ ένα δάκρυ μιας Ρωμιοσύνης που κοιτάζει στο βάθος του ορίζοντα μια θάλασσα αιμάτινη με επιπλέοντα όνειρα … κάνει αμήχανα έναν σταυρό … κι αναφωνεί … «όχι πάλι Θεέ μου … όχι πάλι» .
  • Είμαι εγώ … κι εγώ είμαι εσύ … ανατέλων δύοντας …ενώπιος ενωπίω
  • Είμαι εγώ … κι εγώ είμαι εσύ …ως προσδοκία αναστάσεως εκ των νεκρών ηρώων ενός τόπου με ιστορία αιώνων … νυν και αεί…αναφωνώντας ως φωνή βοώντος εν τη ερήμω…. «ακόμη τούτην άνοιξη ραγιάδες ραγιάδες».



Αριστοτέλης Γ. Καλλής
Επ. Πρόεδρος Εμπορικού Συλλόγου Νεμέας
πτ. πολιτικού τμήματος Νομικής Σχολής Αθηνών